12/11/2009

Το θύμα του Σεργιανόπουλου και η Θεία Τάξις

Σε 20 χρόνια φυλακή καταδικάστηκε το θύμα του Νίκου Σεργιανόπουλου, του ηθοποιού που, κατά τον άγιο Πειραιώς, ανήκε σ' εκείνους «οι οποίοι χάριν της μανίας ικανοποιήσεως της ψυχοπαθολογικής των εκτροπής εκμεταλλεύονται την ανάγκην και το εμπερίστατον ανίσχυρων συνανθρώπων, χρησιμοποιούντες αυτούς ως χρηστικά αντικείμενα διά να καταλήξουν και πολλάκις εις αυτόν τον θάνατον» (Το Βήμα 12.6.08)

Όθεν, εκτελεστικό όργανο του θεϊκού σχεδιασμού ο δολοφόνος –διπλό δηλαδή θύμα.

Ελπίζεται ότι ο τόσο ευθαρσώς ορθοτομών τον λόγον της αληθείας άγιος θα διαθέσει το 1.000.000 ευρώ που θα πάρει τώρα από τον Λύο Καλοβυρνά και αργότερα τα 10.000.000 που θα πάρει από την αφεντία μου και τα Νέα, για να θεραπεύσει την αδικία.


ΥΓ. Το θλιβερό: ΜΟΝΟ "μία δικαστική λειτουργός είχε τη γνώμη ότι έπρεπε να αναγνωριστεί στον κατηγορούμενο ένα ακόμη ελαφρυντικό που αφορούσε την ανάρμοστη συμπεριφορά του θύματος" (Τα Νέα 11.11.09)

buzz it!

10/11/2009

παράφρων της διάβασης, επισκεύασα το μηδέν

            Φεστιβάλ Devised Theatre, Θέατρο του Νέου Κόσμου, Μάης 2009


Όχι δεν λυπάμαι για τίποτα

Όχι, τίποτα τίποτα,
όχι, δεν λυπάμαι για τίποτα
ούτε το αγαθό Qu’ αυτό Μ’ έχω κάνει,
ούτε το κακό Όλοι είναι καλά ίσος

Όχι, τίποτα τίποτα,
όχι, δεν λυπάμαι για τίποτα
είμαι πληρωμή, σκουπίζω, ξεχνώ,
Me παράφρων της διάβασης


διαβάστε τη συνέχεια...

Με τις αναμνήσεις μου
έχει ανάψει τη φωτιά
Το Chagrins μου, οι ευχαριστήσεις μου,
Τα Ν’ έχουν την πιο ανάγκη

Σκουπίστε τις αγάπες
με το Tremolos τους
Σκουπίστε Σκουπίστε για πάντα
Επισκεύασα το μηδέν

Όχι, τίποτα τίποτα,
όχι, δεν λυπάμαι για τίποτα
ούτε το αγαθό Qu’ αυτό Μ’ έχω κάνει,
ούτε το κακό Όλα είναι καλά ίσος

Όχι, τίποτα τίποτα,
όχι, δεν λυπάμαι για τίποτα
επειδή η ζωή μου, επειδή Me χαρές
Aujourd αρχίζει με σε



Όχι, ω αναγνώστα, δεν είναι Ελένη πια αυτό, ούτε αλά μανιέρ ούτε τίποτα, είναι το πασίγνωστο υπέροχο της Πιαφ, το Non, je ne regrette rien, σε αυτόματη μετάφραση. Που την μεταφέρω από το πρόγραμμα της παράστασης «50΄00΄΄ - Διηγήματα» της Ομάδας 5, στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, του φίλου μου του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου, που έτσι και πάρει χαμπάρι πως έγραψα κάτι για το θέατρό του αλλά όχι για δική του παράσταση, με πήρε και με σήκωσε. Δε γράφω όμως για την παράσταση, απλώς επειδή το συγκεκριμένο κομμάτι είναι λιγάκι στα χωράφια μας, είπα να το μοιραστώ με σένα, ω αναγνώστα.

Πρέπει πάντως να σημειώσω πως η συγκεκριμένη παράσταση διακρίθηκε στο Φεστιβάλ Devised Theatre που έγινε τον Μάη, οργανωμένο από το Θέατρο του Νέου Κόσμου, κι έτσι παίζεται φέτος σε κανονική παράσταση. Τα κείμενα είναι της ομάδας, σκηνοθεσία – δραματουργική επεξεργασία της Δανάης Θεοδωρίδου, παίζουν η Ιωάννα Ασημακοπούλου, ο Ευθύμης Θέου, ο Παναγιώτης Κατσώλης και η Θεανώ Μεταξά, ο ένας καλύτερος απ’ τον άλλο, η μία καλύτερη απ’ την άλλη, το συγκεκριμένο κομμάτι το απέδωσε ο Ευθύμης Θέου, ή μάλλον η φάτσα του Ευθύμη Θέου, που παίζει η αθεόφοβη από μόνη της, ακόμα κι όταν μένει σιωπηλή, όπως εξάλλου και της Θεανώς, ας μου επιτραπεί η διάκριση αυτή.

Το πρωτότυπο όμως τώρα, για όσους δεν το ξέρουν, να το βάλουν πλάι στην αυτόματη μετάφραση, μάθημα για επίδοξους μεταφραστές, που τύφλα να ’χουν τα εκεμέλ όλου του κόσμου και τα μεταφραστικά του ιονίου:

Non, je ne regrette rien

Non ! Rien de rien
Non ! Je ne regrette rien
Ni le bien qu’on m’a fait
Ni le mal tout ça m’est bien égal !

Non ! Rien de rien
Non ! Je ne regrette rien
C’est payé, balayé, oublié
Je me fous du passé !

Avec mes souvenirs
J’ai allumé le feu
Mes chagrins, mes plaisirs
Je n’ai plus besoin d’eux !

Balayées les amours
Et tous leurs trémolos
Balayés pour toujours
Je repars à zéro

Non ! Rien de rien
Non ! Je ne regrette rien
Ni le bien, qu’on m’a fait
Ni le mal, tout ça m’est bien égal !

Non ! Rien de rien
Non ! Je ne regrette rien
Car ma vie, car mes joies
Aujourd’hui, ça commence avec toi !



Με τ'ς υγείες μας, και, καταπώς γράφουν στο τέλος της ταινίας, κάθε ομοιότης με κανονικές μεταφράσεις ή κανονικά ποιήματα [δεν] είναι συμπτωματική

buzz it!

08/11/2009

Χέρι χέρι και μαύρη αντίδραση; Λαϊκισμός; Μπα. Παπαρολογία σκέτη

Σάββατο βράδυ, γυρνάω στο σπίτι φορτωμένος τις κυριακάτικες εφημερίδες, στρώνομαι αμέσως στον καναπέ, η τηλεόραση απλώς ηχητικό υπόστρωμα, γρήγορα γρήγορα, την Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, λαχανιασμένο ξεφύλλισμα, η καρδιά χτυπάει σαν τρελή, έλα, πού ’ν’ τος, πουθενά, μπα, δεν μπορεί, ας ξαναδώ, τίποτα, α μα τι λέω, θα ’ναι στο Επτά, λογικόν, στα καλλιτεχνικά, αλλά φτου, ούτε στο Επτά είναι, τα χέρια τρέμουν, η καρδιά πάει να σπάσει, ε, τότε θα ’ναι στο Έψιλον, τελευταία ελπίδα, εγκεφαλικό θα μου ’ρθει, ψυχραιμία όμως, και γιά να δούμε, ωραία, ο Διαμαντής μας εδώ όπως πάντα, τώρα όμως προέχει ο άλλος, γρήγορα γρήγορα, όχι γαμώτο μου, όχι, ούτε εδώ είναι, άρα τι, δεν έχει Διαλεγμένο αυτή την Κυριακή; τι στα κομμάτια, ούτε στη σαββατιάτικη Ελευθεροτυπία, κατασπάστηκα το πρωί, το ίδιο σκηνικό, ξεφύλλιζα μπρος πίσω, μια, δυο, τρεις φορές για σιγουριά, τίποτα, δεν τον είχε, είπα, καλά, θα έχει η Κυριακάτικη, υπομονή ώς το βράδυ, πάλι καλά που βγαίνουν από νωρίς το Σάββατο τα κυριακάτικα φύλλα, άρχισα να μετράω τις ώρες, κι όμως, κανονικά ήταν η σειρά της καθημερινής Ελευθεροτυπίας, αφού το περασμένο σαββατοκύριακο τον είχε η Κυριακάτικη, ενώ η καθημερινή Ελευθεροτυπία τον είχε το παραπάνω Σάββατο…, ώστε δεν έχει τρίτη συνέντευξη Διαλεγμένου στη σειρά, αχ, καλή εφημερίδα, γιατί μας το ’κανες αυτό…

διαβάστε τη συνέχεια...

Ας αρκεστούμε τότε στις δύο προηγούμενες συνεντεύξεις, της περασμένης Κυριακής δηλαδή, και του προπερασμένου Σαββάτου:

Σάββατο, πρώτα, 24.10.09, ρωτάει η δημοσιογράφος (Ιωάννα Κλεφτογιάννη), απαντάει ο Δημιουργός (Γιώργος Διαλεγμένος):

«Οι πρώτες εξαγγελίες του Παπανδρέου πώς σας φαίνονται;

»Λόγια! Εδώ ο Καρατζαφέρης έφτασε το 5,5 % μόνο με τα λόγια. Βεβαίως, κι εγώ αν ήμουν εξουσία θα τους πέταγα όλους τους ξένους έξω. Σε λίγο, όπως πάμε, θα είμαστε μειονότητα οι Έλληνες!»

«Δεν είναι θλιβερό να ταυτίζεστε στο θέμα των μεταναστών με τον Καρατζαφέρη;

»Καθόλου. Είναι απλό. Είναι σαν να έχω το μικρό μου σπιτάκι και να έχουν μαζευτεί μέσα σ’ αυτό 150 άσχετα άτομα, ενώ στην οικογένεια είμαστε μόνο 20. Έχει διαλυθεί το κράτος με τους ξένους».

Α, τι έλεγε, πάλι κάτι στη γραμμή τού «Αχ Πατρίδα μου Γλυκιά» ήταν, λίγα χρόνια πριν, το ’χα παραθέσει σε μια μου επιφυλλίδα, α, νά το, τότε που έλεγε πόσο τον πάει τον Χριστόδουλο, επειδή είναι (ήταν, δόξα να ’χουν οι γιαραμπήδες του κόσμου όλου) Τουρκοφάγος.

Διαλεγμένος ο Εθνοφύλαξ και Επαγρυπνών, να κοιμόμαστε ήσυχοι λοιπόν.

Έλεγε και κάτι άλλα όμως στη συνέντευξη του προπερασμένου Σαββάτου:

«Είδατε που κλείσαν μέσα τη 17 Νοέμβρη και οργίασαν τα σκάνδαλα και οι ρεμούλες! Αν ήταν έξω, θα έτρεμαν! Το μόνο που θα έσωζε αυτή τη χώρα είναι κάθε κωμόπολη να είχε τη δική της 17 Νοέμβρη».

Γεια στο στόμα του, που εντόπισε την αιτία των σκανδάλων άμα τε και ρεμουλών, και ξαναματαγειά του, που βρήκε και τη λύση για τη σωτηρία της χώρας.

Μία βδομάδα περιθώριο, ώστε να αφομοιώσουμε τέτοια περινούστατη ανάλυση και σκέψη υψιπετή, και την επόμενη Κυριακή, 1.11.09, δόσις δευτέρα, στην Κυριακάτικη, είπαμε, Ελευθεροτυπία, στο Επτά:

«Οι ψηφοφόροι είναι οπαδοί “ποδοσφαιρικών” ομάδων που θα σκοτώνονται μεταξύ τους εσαεί. Η αριστερά είναι αμέτοχη, ακίνδυνη. Στο βόθρο των διεφθαρμένων καθεστώτων που ζούμε επιβάλλεται να υπάρχουν εστίες αντίστασης όπως Σέχτες, Πυρήνες, Επαναστατικοί Αγώνες…»

Άλλη μία βδομάδα, να εμπεδώσουμε, ήρθε όμως σαββατοκύριακο ξανά, και τώρα δόσις τρίτη, όπως είπαμε, γιοκ. Τζάμπα περίμενα λοιπόν, ώστε τούτα μόνο, τα λίγα μα Πολλά, Παραπολλά, φάρος και οδηγός στη μίζερη ζωή μας.





ΥΓ 1. Υπάρχουν και στραβοί που δεν το θέλουνε το φως τους. Κοίτα τι βρήκε να ψειρίσει τώρα ο j95, σε όσα σοφά ελάλαγε ο Διαλεγμένος στην πρώτη συνέντευξη, το προπερασμένο Σάββατο, για τους μετανάστες και το μικρό μας το σπιτάκι και την οικογένεια:

«Ας επιστρέψουμε για λίγο στην απόκρυφη επιστήμη που λέγεται Αριθμητική ΣΤ’ Δημοτικού. Αν στα 20 μέλη της οικογένειας αντιστοιχούν 150 άτομα, στα 10.000.000 Έλληνες πόσοι ξένοι αντιστοιχούν; Απάντηση: χ = 150 επί 10.000.000 διά 20 = 75.000.000. Έχουμε 75.000.000 ξένους; Όχι. Άρα τι “σαν”; Δε σημαίνει αυτό η λέξη “σαν”. [...] Και δεν είμαστε όλοι μια οικογένεια. Εμένα οι συγγενείς μου δεν είναι τόσο βλάκες».

ΥΓ 2. Και άλλα σοφά, μη πολιτικά, πάντα στην πρώτη συνέντευξη. Εδώ άλλος φίλος, μεμψίμοιρος κι αυτός, κάτι μου έλεγε για κοινοτοπίες και για ασύστατες και άτοπες συγκρίσεις, ή πως ο Βογιατζής, λέει, πήρε έργα του Διαλεγμένου μέτρια, στην καλυτερότερη περίπτωση, όπως η Νύχτα της κουκουβάγιας και το Μπέλα Βενέτσια, και τα ανέδειξε μέσα από παραστασάρες... Άσ' τον όμως κι αυτόν. Πάμε στη συνέντευξη, όπου ρώτησε η δημοσιογράφος και απάντησε ο πλαστουργός:

«Δεν έχετε σκεφτεί να το σκηνοθετήσετε ο ίδιος [σ.σ. ένα καινούριο του έργο], αφού πάντα σας βασανίζει το ανέβασμα των έργων σας;

»Όχι. Λέμε “σκηνοθεσία Τάδε Ταδόπουλος”. Δεν υπάρχει, όμως, σκηνοθεσία στα έργα. Αυτό έλεγα στον Βογιατζή. “Λευτέρη μου, εσύ είσαι ένας υπέροχος διεκπεραιωτής. Όταν λες σκηνοθεσία, τι εννοείς; Η σκηνοθεσία είναι γραμμένη ακόμα και στο χειρότερο έργο”. Είναι άλλο πράγμα η διδασκαλία και η παράσταση. Ο Λευτέρης κάνει καλή διδασκαλία και πιάνει την ατμόσφαιρα των έργων. Αλλά δεν δέχομαι από κανέναν ότι κάνει σκηνοθεσία. Όλοι οι συγγραφείς σκηνοθετούν τα έργα, αφ’ ης στιγμής τα γράφουν. Εγώ βάζω και τη μουσική. Καμιά φορά, που θέλω να πειράξω τον Λευτέρη, του λέω: “Αγάπη μου, εσένα ποιος θα σε θυμάται μετά από 25 ή 50 χρόνια; Θυμάται κανείς ποιος ανέβασε και έπαιξε τον Σέξπιρ; Τον Σέξπιρ ξέρουν όλοι. Και τον Πιραντέλο. Ε, λοιπόν, εμένα θα ξέρουνε”».

Μακάριοι όμως εκείνοι, τότε, που θα –αν– ξέρουνε τον Διαλεγμένο, μα δε θα ξέρουνε όλα τ’ άλλα, αυτά που τρώμε σήμερα οι σύγχρονοί του εμείς.



[Η πρώτη φωτό από εδώ, η δεύτερη από εδώ]

buzz it!

04/11/2009

Η αυτοκτονία της Μούσας, απόπειρα 3η: ράγες του τρένου

                  πού να φτουρήσει à la manière
                        μπρος σε κοτζάμου Αρβελέρ



πάντα Ελέν λοιπόν, και πάντα τραγουδάει ο Γιώργος Νταλάρας:


Στρατοπέδων Φύλακες

Με άσπρο πουκάμισο, γιλέκο και κολάρο,
και ξεμπαρκάραμε στη Γυάρο,
καπεταναίοι της άγονης γραμμής
οι πάντα ρωμαλέοι εμείς.

Στους συρματένιους φράχτες
στήσαμε πεζοναύτες
απέναντι, κατάματα, στον ήλιο,
το παρδαλό να υπερασπίζονται βασίλειο.

διαβάστε τη συνέχεια...

Κι ύστερα αμέσως, πρώτοι-πρώτοι
το ρίξαμε στο φαγοπότι.
Τραβήξαμε κρασί απ’ τους ασκούς,
κι από τα παραγάδια βγάλαμε αστακούς.
Τέλος, απ’ το μεθύσι πέσαμε όλοι χάμω,
και ζευγαρώσαμε στην άμμο,
ονειρευόμενοι τα βίτσια
που μας μαθαίναν τα κορίτσια
στα σπίτια της οδού Ερμού
σφυρίζοντας τραγούδια του συρμού.

«Άσπρο, μαύρο, σκούρο κιάρο»
ξεχαστήκαμε στη Γυάρο
κι ας περιμένει η Μαριγώ
με τα παιδιά και τα σκυλιά
στην Αμοργό!



                      Αρβελέρ για λίγο πάψε
                            να ρημάζεις το χαρτί
                            τώρα σίμωσε και κλάψε
                            εις της Μούσας το κορμί




Ώστε στίχοι της «καθηγήτριας της Σορβόννης, πρόεδρου του Κέντρου Ζωρζ Πομπιντού, πρόεδρου των Βυζαντινολόγων του κόσμου, πρυτάνεως της Ακαδημίας του Παρισιού, καγκελάριου των Πανεπιστημίων του Παρισιού και στιχουργού της Ιστορίας» (σύμφωνα μ’ ένα ποντιακό σάιτ στο οποίο έπεσε ο Τιπούκειτος, όταν εγούγλισε για να βρει την ταυτότητα του/της δημιουργού, έπειτα από την «πρώτη απόπειρα»)

Και νά τι λέει η ίδια η καθηγήτρια-πρόεδρος-πρόεδρος-πρύτανις-καγκελάριος-στιχουργός της Ιστορίας:

«Όλοι εμείς που ζούμε σε ξένο τόπο και καμιά φορά ξαγρυπνάμε τα βράδια, αντί να μετράμε προβατάκια προσπαθούμε να μην ξεχάσουμε τα ελληνικά μας…» «Δηλώνω στιχουργός-ιστορικός. Όχι ποιήτρια. Γι’ αυτό και οι στίχοι μου είναι ομοιοκατάληκτοι. Για να μην τους ξεχνάω και να μπορώ να τους γράφω το πρωί».

Ανοιχτή πρόσκληση: Εμπρός της γης ξενιτεμένοι -αλλά και μη

Όσοι ξενιτεμένοι λοιπόν, Σαραντάκος π.χ. και λαζόπολις, ή και Τιπούκειτος, παρότι «μόλις άρτι» αποξενιτευθείς, για να μην ξεχάσουν τα ελληνικά τους, αλλά και μη ξενιτεμένοι, για να ακονίσουν τα ελληνικά τους, εμπρός, μολύβι και χαρτί, ποντίκι και πληκτρολόγιο! Το παρόν ημι-μπλογκ με μεγάλη χαρά θα φιλοξενήσει τον καρπό της έμπνευσής σας, με τον αυτονόητο όρο ότι θα αντλεί από την Πρωτοπόρο του είδους.

buzz it!

02/11/2009

η αυτοκτονία της Μούσας, απόπειρα 2η: σκουριασμένο ξυραφάκι

                      à la manière d’Hélène
                      παρενβλυθήσ παρασήτον μποστ

                          φέρτε μου έν’ αρτοκανίσκη
                          για να δήτε πόσ πονό
                          που την άμυρον πεδίσκη
                          την ευρύκε το κακό

                          πάσχον εξ ορθομαρμαρόσεον
                          έφτασεν ησ κακαρόσεον




και τώρα η Ελέν –τραγουδάει ο Γιώργος Νταλάρας:


Προς Κωνσταντινούπολη

Πηγαίνοντας στην Πόλη και στα Πριγκηπονήσια
Ας πούμε για τη Χάλκη και την Αγιασοφιά.
Για τ’ άγια μοναστήρια, για σκήτες και εξωκλήσια,
Για φτερωτά ψηφιδωτά και γι’ άμφια χρυσαφιά,

Για ορθομαρμαρώσεις στα αίθρια, στη σολέα,
Λυχνίες, κηροπήγια, βιβλία σταχωτά
Για ταπεινά κειμήλια μα διόλου αμελητέα,
Όπως αρτοκανίσκια, κανδήλες, θυμιατά.

Φτάνοντας μπρος στην Πόλη κάνουμε μιαν ευχή,
Με δρόμωνα βασιλικό ή με σαθρό ακάτιο,
Πριν απ’ το φως του ήλιου να μπούμε στον Κεράτιο
Να δούμε εκεί παράδοξο μυστήριο και θάμα

Τα Ουρί και οι Αγγέλοι χορεύοντας αντάμα
Να δένουν αλυσίδα από ακτή σ’ ακτή.



[συνεχίζεται –ώσπου να πετύχει]

buzz it!

01/11/2009

Αποχαιρετήσαμε και την Έλλη Παππά σήμερα, πρώτη κρύα μέρα του φθινοπώρου

Αποχαιρετήσαμε και την Έλλη Παππά σήμερα, πρώτη κρύα μέρα του φθινοπώρου.

Στο Γ΄ νεκροταφείο, πολιτική κηδεία, κόσμος πολύς, διάφορες ομιλίες, αλλά χωρίς μικροφωνική, δεν ακούμε τίποτα, δεν ακούγεται τίποτα δηλαδή, σιωπή δηλαδή, ανυπόφορη, που τη διακόπτει κάθε τόσο το χειροκρότημα, χειροκροτούν οι μπροστά που ακούνε, απλώνεται το χειροκρότημα, χειροκροτούμε κι εμείς που δεν ακούμε: ελαφρώς σουρεαλιστικό: παρατεταμένη σιωπή και χειροκροτήματα.

Πλάι μου ακουμπισμένο το κόκκινο στεφάνι του ΚΚΕ, άλλη φορά θα έσκιζα τουλάχιστον τις κορδέλες, βαρύναμε πια, βάραινε κι αυτή η σιωπή… Δεν είναι, από μιαν άποψη μακάρι να ’ταν, αναγνώριση, οσοδήποτε όψιμη, απ’ τον εχθρό, τον αντίπαλο, τον διώκτη. Συνήθως, κατά κανόνα, είναι οικειοποίηση και καπέλωμα -άθλημα στο οποίο διαπρέπει ιδίως το ΚΚΕ.*

διαβάστε τη συνέχεια...

Ξεκινάμε για την ταφή, είμαι με την Κοραλία, βρίσκουμε και τον Νίκο Σ., βαδίζουμε μαζί, φτάνουμε, χειροκροτήματα και πάλι, πού και πού καμιά φωνή: «Αθάνατη», ή «Αθάνατοι», πάλι χειροκροτήματα, ξεδοντιασμένα θα ’λεγες, και σιωπή. Στεκόμαστε ώρα ακίνητοι, δε φεύγει κανένας. Σιωπή, «Αθάνατοι», αραιά χειροκροτήματα, σιωπή. «Περίεργο» γυρίζω και ψιθυρίζω στην Κοραλία, «άλλοτε θα το τρελαίναμε στο τραγούδι.» «Καθόλου περίεργο» μου λέει, και δυστυχώς το ξέρω, απλώς είναι περίεργο να το ζεις, και ακόμα χειρότερα να το καταλαβαίνεις.

Κάποια στιγμή ακούγεται μια γυναικεία φωνή: «Αφού κανείς μας δε φεύγει, ας τραγουδήσουμε. Το τραγούδι του Μπελογιάννη δεν το ξέρουμε, ας πούμε το “Ήρωες”». Ήρωες, άπαρτα βουνά…, ίσα που ακούγεται, αραιό μουρμουρητό, αρχίζει λίγο κι ο Νίκος πίσω μου, σχεδόν μέσ’ απ’ τα δόντια μου κι εγώ, χάνω πια και τα λόγια, είναι φανερό, οι περισσότεροι δεν τα καλοθυμόμαστε, κάπου ξεφεύγει κι η μελωδία… Άλλο αντάρτικο μετά, πάντα μουρμουριστά, απρόθυμα θαρρείς, να σέρνεται ο σκοπός, να σέρνονται τα λόγια… Σε κάποιο κενό πιάνει σιγανά ο Νίκος τον Μπελογιάννη, ακολουθώ με μισή φωνή, το λάτρευα και το λατρεύω αυτό το τραγούδι, ήταν το… φόρτε μου, πάντα ψιλοάγνωστο, οπότε τράβαγα το σόλο μου, το τότε στις ταβέρνες, αλλά γιά κοίτα τώρα, ψάχνω κι εδώ τα λόγια… Οι γυναίκες έχουν πιάσει στο μεταξύ άλλο πάλι αντάρτικο, μας σκεπάζουν, όμως με τα πολλά, κάποια στιγμή, το είπαμε, πολλοί μαζί, πάλι με λάθη, και πάντα με μισή φωνή, να σέρνεται κι αυτή, βαριά ασήκωτη, το ίδιο και με τ’ άλλα αντάρτικα, όλα ξένα πια, «Βροντάει ο Όλυμπος…», και μη χειρότερα, «Επέσατε θύματα, αδέρφια εσείς…», πιο αξιοθρήνητο κι από σουρεαλιστικό, να μη φτάνει η συγκίνηση να ξεπεράσει την αίσθηση του παράδοξου, του σχεδόν κωμικού…

«Η Έλλη κι ο Μπελογιάννης αγωνίστηκαν για μια καλύτερη Ελλάδα· να μην πούμε τον εθνικό ύμνο;» φώναξε κάποιος, άρχισαν ψιλοδιαμαρτυρίες, «την Τρίτη Διεθνή» αντιπρότεινε άλλος, «ώρα να πηγαίνουμε» είπε η Κοραλία, «πάντως, για έναν καλύτερο κόσμο αγωνίστηκαν» είπα εγώ μέσα μου, «και μες στον κόσμο μόνο, μόνο εκεί και η Ελλάδα». Άρχισε ο εθνικός ύμνος, δεν άνοιξα το στόμα μου, όχι από καμιά φοβερή άρνηση δα, αλλά η αίσθηση του μάταιου είχε πάρει προ πολλού το πάνω χέρι, παρατράβαγε όλο αυτό, μαζί με τη φωνή θαρρείς και σέρνονταν κι οι σάρκες μας, κι οι ψυχές μας, πρόσεξα πως ούτε ο Νίκος πίσω μου άνοιξε το στόμα του, κάπως μ’ άρεσε αυτό, μετά η Διεθνής, ψιλόβροχο, κρύο, ο κόσμος άρχισε ν’ αραιώνει… Τελικά, πιο βαρύ κι απ’ το θάνατο, οι εποχές που φεύγουν, ή εμείς που φεύγουμε απ’ τις εποχές, ώστε αυτό είναι λοιπόν, εμείς φεύγουμε, από τις εποχές, από μέσα μας, κι αυτό είναι, φαίνεται, το πιο βαρύ. Το ασήκωτο.




Νά και το τραγούδι του Μπελογιάννη, από τη Μαρία Δημητριάδη –πιο δικαιωματικά δε γίνεται…


* Παραμονές των εκλογών, Πέμπτη 1/10, η πολυαγαπημένη αλλά αφόρητα κνίτικη "Ελληνοφρένεια" φιλοξενούσε τον Μπογιόπουλο, υποψήφιο του ΚΚΕ, ο οποίος απαντούσε σε διάφορες ερωτήσεις των ακροατών. Η τελευταία ήταν: "Αξίζει να ανταλλάξουμε την ελευθερία μας με παιδεία, υγεία και όλα αυτά που είπατε [για τις σοσιαλιστικές χώρες];" Η απάντηση ήρθε ποιητικότατη, την παραθέτω αυτούσια (ευχαριστώντας θερμά τους διαδικτυακούς φίλους που μου έστειλαν το λινκ της εκπομπής): "Όταν μιλάμε για σοσιαλιστικές χώρες κι όταν μιλάμε για Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας, μιλάμε για τους 200 της Καισαριανής, μιλάμε για τον Άρη το Βελουχιώτη και την Ηλέκτρα την Αποστόλου, μιλάμε για την Κοκκινιά και την Καλογρέζα, μιλάμε για την Αλαμάνα και τον περήφανο χαιρετισμό της στο Γοργοπόταμο [σ.σ. ανάποδα τα 'πε εδώ, κι αυτό σηκώνει διαγραφή], μιλάμε για τον ΕΛΑΣ και το Δημοκρατικό Στρατό της Ελλάδας, μιλάμε για τον Μπελογιάννη, μιλάμε για τον Πλουμπίδη, μιλάμε για το Ρίτσο και για το Χαρίλαο". Ώστε μιλάει το ΚΚΕ για τον Βελουχιώτη, για τον Μπελογιάννη, για τον Πλουμπίδη... Πάρτε όμως και τη συνέχεια του ποιήματος, για την ιστορία (μια και την Ιστορία τη γράφει πάντοτε το ΚΚΕ με τους Μπογιόπουλούς του): "Όταν μιλάμε για κάπα κάπα έψιλον, μιλάμε για το κόκκινο του αίματος, μιλάμε για το κόκκινο της σημαίας με το σφυροδρέπανο, μιλάμε για το κόκκινο αστέρι στον μπερέ του Τσε Γκεβάρα, μιλάμε για το κόκκινο της Μακρονήσου, της Γυάρου και του Αναπλιού, κι αν όλα αυτά δε σημαίνουν ελευθερία, τότε δεν υπάρχει τίποτα που να σηματοδοτεί την ελευθερία". Όλα τα κόκκινα τα 'δε ο Μπογιόπουλος, μόνο το κόκκινο της ντροπής ούτε που το 'χει ακουστά...

buzz it!

31/10/2009

«Θρύλο, θεό μου, Ολυμπιακό μου!»

Τα Νέα, 31 Οκτωβρίου 2009

Άραγε η ελαφρά σύγχυση ως προς την κλητική ενικού των αρσενικών σε -ος, με τα «κ. Βενιζέλε" ή "κ. Βενιζέλο» και «κ. Αντωνάτο», προοιωνίζεται κάποια γενικότερη αλλαγή, οπότε σε κάποιο απώτερο ή απώτατο μέλλον θα έχουμε: «Θρύλο, θεό μου, Ολυμπιακό μου»;


«Θρύλο, θεό μου, Ολυμπιακό μου!», αλλά και «Παναθηναϊκό, μεγάλο και τρανό!», για να μην κατηγορηθούμε για μονόπαντο οπαδισμό.

Ακούστηκαν ποτέ έτσι, το σύνθημα για τον Ολυμπιακό απ’ τη μια, το τραγούδι του Παναθηναϊκού απ’ την άλλη; Προφανώς όχι. Υπάρχει περίπτωση να ακουστούν έτσι; Προφανώς όχι, και πάντως όχι στο άμεσο μέλλον!

διαβάστε τη συνέχεια...

Απλώς ήθελα να παρατηρήσουμε, σκόπιμα σε μεγέθυνση, μια τάση, μια σχεδόν ανεπαίσθητη, μικρή αλλαγή, με κεφαλαιώδη ωστόσο, από μιαν άποψη, σημασία.

Αναφέρομαι σε μια ελαφρά σύγχυση ως προς την κλητική των ονομάτων σε -ος, που άλλοτε σχηματίζεται σε -ε και άλλοτε σε -ο: Νίκο αλλά Αλέξανδρε, Ευαγγελάτε και Ευαγγελάτο, αλλά μόνο Παναγιωτόπουλε. Και λέω ότι η μικρή αυτή αλλαγή, αν όντως βρισκόμαστε μπροστά σε αλλαγή, έχει από μιαν άποψη κεφαλαιώδη σημασία, γιατί μας δείχνει πολύ παραστατικά τον τρόπο με τον οποίο κινείται, εξελίσσεται, αλλάζει η γλώσσα, κάθε γλώσσα.

Είναι δηλαδή μια ευκαιρία να δούμε τη γλώσσα εν κινήσει, να δούμε πώς οι μικρές ή μεγάλες παρεκκλίσεις διαμορφώνουν σταδιακά μια καινούρια γλωσσική πραγματικότητα, η οποία, εντελώς χαρακτηριστικά στο προκείμενο, περνά μάλλον απαρατήρητη και δεν συνοδεύεται από τις γνωστές θρηνωδίες για «αλλοίωση» και «αφανισμό» της γλώσσας.

Ας δούμε τα πράγματα από την αρχή, ξεκαθαρίζοντας ότι αναφερόμαστε, σχεδόν αποκλειστικά για την ώρα, στα κύρια ονόματα, τα ονόματα προσώπων.

Ο γνωστός κανόνας λέει ότι τα αρσενικά σε -ος: χρόνος, άγγελος κτλ., σχηματίζουν την κλητική σε -ε: χρόνε, άγγελε κτλ. Έτσι έχουμε και «καλημέρα, Άγγελε» ή «Αλέξανδρε» κτλ., ενώ από την άλλη έχουμε: «γεια σου, Νίκο», και όχι «Νίκε», «τι νέα, Σπύρο», και όχι «Σπύρε»! Όμως, λέμε και «Παύλο» και «Παύλε». Τι στο καλό λοιπόν συμβαίνει; Υπάρχουν κανόνες;

Αντιγράφω από τη μεγάλη γραμματική του Τριανταφυλλίδη (1941):

«Η κλητική του ενικού σχηματίζεται σε -ε: γιατρέ, στρατηγέ. Τη σχηματίζουν σε -ο από τα παροξύτονα αρσενικά: (α) Τα βαφτιστικά: Αλέκο, Γιώργο, Κίτσο, Πέτρο, Σπύρο, Δημητράκο κτλ.· το Παύλος έχει κλητική Παύλε και Παύλο.–(β) Μερικά κοινά ουσιαστικά καθώς γέρο, διάκο· το καμαρότος και το καπετάνιος έχουν την κλητική και σε -ε». Και με μικρότερα τυπογραφικά στοιχεία:

«Σχηματίζουν την εν. κλητική σε -ο και μερικά οξύτονα χαϊδευτικά βαφτιστικά: Γιαννακό, Δημητρό, Μανολιό, Τοτό, καθώς και μερικά οικογενειακά ονόματα που τονίζονται στην παραλήγουσα, ιδίως σε -άκος, -ούκος, -ίτσος: κύριε Δημητράκο».

Μοιάζει αναπόφευκτα χαώδης η κωδικοποίηση: παροξύτονα αρσενικά, βαφτιστικά, κάποια κοινά ουσιαστικά, οξύτονα χαϊδευτικά, παροξύτονα επώνυμα κτλ. Μπορούμε άραγε να ανιχνεύσουμε κάποια λογική, να βοηθηθούμε δηλαδή να καταλάβουμε τον κανόνα και να τον ακολουθήσουμε; Δύσκολο. Ας πούμε χοντρικά ότι σχηματίζουν την κλητική σε -ο τα δισύλλαβα βαφτιστικά (αλλά ο Παύλος; και ο τρισύλλαβος Αλέκος;) και τα πολυσύλλαβα οικογενειακά σε -άκος, -ούκος, -ίτσος, με τις καταλήξεις δηλαδή που μοιάζουν ή είναι καταλήξεις υποκοριστικών, έτσι όπως λέμε φερειπείν «γεροντάκο» και «Μπουμπούκο» (προσοχή στο κεφαλαίο Μ).

Μια νεότερη κωδικοποίηση (2007) βρίσκουμε στην ευσύνοπτη Σύγχρονη πρακτική Γραμματική της Γεωργίας Κατσούδα (εκδ. Άγκυρα, σ. 43):

«[Τα αρσενικά σε -ος] σχηματίζουν την κλητική ενικού σε -ε. Μερικά ονόματα όμως σχηματίζουν την κλητική ενικού σε -ο. Τέτοια είναι:

»(α) τα αρσενικά δισύλλαβα βαφτιστικά (Γιώργο, Πέτρο, Νίκο, Παύλο) και τα υπερδισύλλαβα οξύτονα χαϊδευτικά (Μανολιό, Δημητρό)

»(β) τα παροξύτονα επώνυμα, συνήθως αυτά που δεν έχουν σημασιολογική αναλυσιμότητα (Αλεβίζο, Βενιζέλο), σε αντίθεση με αυτά που έχουν (κ. Καμένε, κ. Δευτεραίε)

»(γ) τα βαφτιστικά, επώνυμα αλλά και υποκοριστικά σε -άκος (Κυριάκο, Αντωνάκο, ανθρωπάκο)

»(δ) τα παροξύτονα κοινά ουσιαστικά γέρος, διάκος (γέρο, διάκο), ενώ το καπετάνιος και το καμαρότος παρουσιάζουν διτυπία (καπετάνιο και καπετάνιε, καμαρότε και καμαρότο)».

Με βάση τώρα και το (β), που εισάγει μια ουσιαστική διάκριση, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η «απόκλιση» από τον γενικό κανόνα που θέλει την κλητική σε -ε σχετίζεται με πιο καθημερινούς τύπους (υποκοριστικά, χαϊδευτικά), με ονόματα που δεν έχουν κάποια ετυμολογική διαφάνεια, που δεν έχουν προφανή σημασία, όπως συμβαίνει ιδιαίτερα με τα επώνυμα, κτλ.

Γι’ αυτό και δεν λέμε «κ. Καμένο», λέμε όμως «κ. Βενιζέλο». Αλλά μόνο «Βενιζέλο»; Λέμε και «Βενιζέλε». Ή όχι; Παίξτε το παιχνίδι αυτό μόνοι σας ή με φίλους: έχει ενδιαφέρον πόσο ρευστά είναι τα κριτήρια εντέλει. Αμέσως αμέσως, εκεί που είπα ότι δεν λέμε «κ. Καμένο», ακούω την προσφώνηση: «κ. Βαρεμένο», πλάι στο «ομαλότερο»: «κ. Βαρεμένε».

Η δική μου συνεισφορά στο παιχνίδι, τύποι από την τηλεόραση:

«Μου λέει: κύριε Γιακουμάτο» διηγείται ο Γιακουμάτος· και σκέφτομαι, ίσως βοηθάει εδώ η ξενική κατάληξη -άτος, όπως και στο Ευαγγελάτος. Αλλά: «Δήμο Βερύκιο, μας ακούς;» με αιφνιδιάζει η ερώτηση του παρουσιαστή. Ή η παρουσιάστρια του Άλφα που απευθύνεται στον ρεπόρτερ ο οποίος λέγεται Γιώργος Αλοίμονος: «Γιώργο Αλοίμονο»: ίσως, σκέφτομαι, επειδή είναι ισχυρό το πρότυπο της λέξης αλίμονο. Ή «κύριε Καραμάνο»: ίσως, αμπελοφιλοσοφώ και πάλι, γιατί εδώ ακούγεται το βαφτιστικό Μάνο. «Κύριε Μαρίνο» προσφωνούν εύλογα τον Γιάννη Μαρίνο· όμως το βαφτιστικό, εφόσον η αλλαγή περιορίζεται για την ώρα στα δισύλλαβα, εξακολουθεί να σχηματίζει την κλητική σε -ε: «γεια σου, Μαρίνε». Εξακολουθεί όμως; Άρα; Αυθαιρεσία και χάος;

Το μικρό-μεγάλο μυστικό

«Ίσως», «προφανώς», «εύλογα»… όμως δουλειά δεν γίνεται μ’ αυτά. Ούτε κανόνες.

Υπάρχει μυστικό; Υπάρχει. Και δεν είναι και τόσο μυστικό:

Όλα τα άλλα αρσενικά, σε -ας και σε -ης δηλαδή, έχουν το ίδιο φωνήεν σ’ όλες τις πτώσεις: ο άντρας, του άντρα, τον άντρα, άντρα· και ο στρατιώτης, του στρατιώτη, τον στρατιώτη, στρατιώτη. Μένει, ψωριάρης χώρια, το αρσενικό σε -ος: ο άνθρωπος, του ανθρώπου, άλλη «ανωμαλία» τώρα, τον άνθρωπο, άνθρωπε.

Και νά, η μεγάλης σημασίας μικροαλλαγή, ένα βήμα πιο πέρα, ένα βήμα πιο πριν. Όπου αυτό το «πιο πριν» πάει αιώνες πίσω:

Ας ξαναθυμηθούμε πώς έγινε ο ανήρ → άνδρας. Πώς σκαρφάλωσε η αιτιατική (τον άνδρα) ώς την ονομαστική, για να συμμορφωθεί η λέξη με την πολυπληθή κατηγορία αρσενικών σε -ας (ο ταμίας, τον ταμία κτλ.). Ας θυμηθούμε δηλαδή τον βασικό νόμο που κινεί κάθε γλώσσα, το νόμο της αναλογίας και της έλξης. Και ας θυμηθούμε από την άλλη πως η εξέλιξη της γλώσσας περνάει μέσα από τα λάθη, πως τα σημερινά σωστά είναι τα χτεσινά λάθη, και τα σημερινά λάθη τα αυριανά σωστά –όσο μακριά κι αν είναι αυτό το αύριο, αιώνες μπροστά ενδεχομένως, όταν ολοκληρωθεί, τρόπον τινά, η αλλαγή που άρχισε άλλους τόσους αιώνες πίσω, με την τάση να διατηρηθεί, όπως είδαμε, το ίδιο φωνήεν σ’ όλες τις πτώσεις!

Ως θαυμαστά τα έργα της δηλαδή.

buzz it!